ασυκοφάντητος

ασυκοφάντητος
η , ο [ος , ον ]
1) неоклеветанный; 2) которого невозможно оклеветать, безукоризненный, безупречный; 3) никогда не клевещущий

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Смотреть что такое "ασυκοφάντητος" в других словарях:

  • ασυκοφάντητος — η, ο (AM ἀσυκοφάντητος, ον) αυτός που δεν έχει ή που δεν είναι δυνατόν να συκοφαντηθεί αρχ. εκείνος που δεν μπορεί να εξαιρεθεί …   Dictionary of Greek

  • ἀσυκοφάντητος — ἀσῡκοφάντητος , ἀσυκοφάντητος not plagued by informers masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ασυκοφάντητος — η, ο αυτός που δε συκοφαντήθηκε, που έμεινε ακατηγόρητος (με συκοφαντίες): Είχε τέτοιον άθλιο χαραχτήρα, ώστε δεν άφηνε άνθρωπο ασυκοφάντητο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀσυκοφαντητότερον — ἀσῡκοφαντητότερον , ἀσυκοφάντητος not plagued by informers adverbial comp ἀσῡκοφαντητότερον , ἀσυκοφάντητος not plagued by informers masc acc comp sg ἀσῡκοφαντητότερον , ἀσυκοφάντητος not plagued by informers neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσυκοφαντήτως — ἀσῡκοφαντήτως , ἀσυκοφάντητος not plagued by informers adverbial ἀσῡκοφαντήτως , ἀσυκοφάντητος not plagued by informers masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσυκοφάντητον — ἀσῡκοφάντητον , ἀσυκοφάντητος not plagued by informers masc/fem acc sg ἀσῡκοφάντητον , ἀσυκοφάντητος not plagued by informers neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αγλωσσοφάγωτος — η, ο [γλωσσοτρώγω] αυτός που δεν τόν γλωσσόφαγαν, ασυκοφάντητος, ακακολόγητος …   Dictionary of Greek

  • αδιαλάλητος — η, ο [διαλαλώ] 1. αυτός που δεν διαλαλήθηκε, που δεν κοινολογήθηκε, ο αγνωστοποίητος 2. ασυκοφάντητος, ακατηγόρητος …   Dictionary of Greek

  • τόπος — ο, ΝΜΑ 1. έκταση γης, μέρος (α. «τόπος προορισμού» β. «ὁ τόπος οὗτος Ἀρμενία καλεῑται», Ξεν.) 2. ορισμένη εδαφική περιοχή, συγκεκριμένη θέση (α. «ο τόπος τού μαρτυρίου» β. «ἴδε ὁ τόπος ὅπου ἔθηκαν αὐτόν», ΚΔ) 3. ο χώρος που καταλαμβάνει ένα… …   Dictionary of Greek

  • ἀσυκοφαντήτους — ἀσῡκοφαντήτους , ἀσυκοφάντητος not plagued by informers masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσυκοφάντητα — ἀσῡκοφάντητα , ἀσυκοφάντητος not plagued by informers neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»